- εἰκοστολόγος
- εἰκοστο-λόγος, ὁ, der den Zwanzigsten (εἰκοστή) einsammelt, ein Zollpächter
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
εικοστολόγος — εἰκοστολόγος, ο (Α) τελώνης που εισπράττει την εικοστή … Dictionary of Greek
εἰκοστολόγος — one who collects the twentieth masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εἰκοστολόγοι — εἰκοστολόγος one who collects the twentieth masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εἰκοστολόγον — εἰκοστολόγος one who collects the twentieth masc/fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εἰκοστολόγους — εἰκοστολόγος one who collects the twentieth masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)